Το κεφάλι στον αέρα
Νοεμβρίου 14, 2009
Κόντευε να τελειώσει το ταξίδι. Η ώρα ήταν κιόλας πέντε το απόγευμα. Ενα χειμωνιάτικο σούρουπο στο τρένο, λίγο μετά τη Λαμία. Το ηλικιωμένο ζευγάρι επέστρεφε απο ένα προσκύνημα στα πατρογονικά εδάφη, κάπου στα βόρεια. Είχαν φύγει νέοι απο τον τόπο τους, μορφώθηκαν, παντρεύτηκαν, έκαναν παιδιά, απόχτησαν εγγόνια, όλα στην ώρα τους. Ο Κυριάκος και η Ζωή, ένα κανονικό ζευγάρι, πότε αγαπημένο και κάποτε συγκρουόμενο. Μια μέρα, είπε εκείνος «βρε γυναίκα, θέλω να δω τα μέρη μας πριν κλείσω τα μάτια», έφτυσε εκείνη στον κόρφο της και «πάψε που ετοιμάζεσαι για τον αγύριστο» του απάντησε, αλλά το ταξίδι έγινε και ήταν πολύ πετυχημένο. Συναντήσεις με χωριανούς, μεγάλη συγκίνηση, κεράσματα στο καφενείο, όλα καταπώς πρέπει, όπως πάντα.
Εμειναν μια βδομάδα ολόκληρη στο χωριό, τριγύρισαν και στις κοντινές εξοχές, αντίκρυσαν τις κορφές των βουνών να ριγούν στο βλέμμα τους, έβρεξαν τους αστραγάλους στα νερά τα παγωμένα του χείμαρρου που είχε κιόλας ξεχειλίσει, όλα καταπώς τα φανταζόντουσαν. Ψώνισαν και λάδι και ξερά δαμάσκηνα και καλαμποκάλευρο και αλεύρι σταρένιο, καθαρό. Σκέφτονταν και συζητούσαν τι θα έφτιανε η Ζωή για τα παιδιά και τα εγγόνια τους, να δοκιμάσουν γεύσεις ξεχασμένες και αγνές.
Είχαν πιαστεί τόσες ώρες στο βαγόνι -τούκου τούκου, μονοτονία- και βγήκε ο Κυριάκος στο διάδρομο να κάνει ένα τσιγάρο και να ξανακοιτάξει τον ορίζοντα, πέρα μακριά, προς τα μέρη τους. Τα χιλιόμετρα είχαν καταβροχθίσει την απόσταση και τα βουνά του, τα δικά του βουνά, της δικής του πατρίδας, δεν τα διέκρινε πλέον. Ακούμπησε με το αριστερό του χέρι ένα κορδονάκι πάνω από το παράθυρο κι έβγαλε λίγο το κεφάλι έξω, να ξακρύνει καλύτερα.
Ο συρριστικός ήχος του σήματος κινδύνου σηματοδότησε την πτώση του ακέφαλου σώματος που έπεσε σπαράζοντας στη τζαμένια πόρτα του κουπέ. Γέμισε η πόρτα αίματα που ανάβλυζαν σα συντριβάνι. Η Ζωή πρόσεξε το κουστούμι. Ηταν του άντρα της. Ανοιξε την πόρτα και το σώμα γλύστρησε μέσα. Πέρασε απο πάνω του κι έτρεξε στην πόρτα του βαγονιού που ήταν ανοιχτή. Είχε μαζευτεί κόσμος αλλά εκείνη δεν πρόσεξε τίποτε άλλο εκτός απο το κεφάλι του Κυριάκου, που κατρακυλούσε σα μπάλα στα χωράφια. Ετρεξε ξωπίσω του και το άρπαξε σαν καλογυμνασμένος τερματοφύλακας. Κρατώντας το σφιχτά, γύρισε στη θέση της, παρακάμπτοντας τον κόσμο. Το έφερε στο σώμα, το ακίνητο, και προσπαθούσε να το συγκολλήσει.
Οι επιβάτες κι ο ελεγκτής προσπαθούσαν να την αποσπάσουν απο το μακάβριο τρόπαιό της. Μάταια. Το τρένο ξαναξεκίνησε βογγώντας. Η Ζωή έμεινε μόνη στο βαγόνι. Εσφιγγε το άψυχο κεφάλι πάνω στο νεκρό σώμα. Οι άλλοι απέξω, να κοιτάνε. Σε μια ώρα έφτασαν στην Αθήνα. Ηρθε το νοσοκομειακό με φορείο και τραυματιοφορείς. Ηρθε κι ένας γιατρός. Μπήκε στο κουπέ, έδωσε στη γυναίκα δυο χαπάκια και της είπε ότι θα πρόσεχαν, θα έκαναν καλή δουλειά, η επιστήμη κάνει θαύματα σήμερα, και άλλα τέτοια καθησυχαστικά, κι εκείνη να έφευγε, να πήγαινε σπίτι της και να περίμενε ειδοποίηση. Ετσι έφυγε η Ζωή και πήγε σπίτι να περιμένει τα νέα του Κυριάκου.
Μέσα στην αναμπουμπούλα, ένας αγουροξυπνημένος πετάχτηκε στο διάδρομο παραπονούμενος για την αργοπορία. «Τι έγινε πάλι;» φώναξε, «ποιός μαλάκας τράβηξε το σήμα κινδύνου;» και πήγε να συγυριστεί για να κατέβει.
Ο κύριος που κάπνιζε στο διάδρομο παρέα με τον Κυριάκο, είπε ότι το κεφάλι μάλλον θα κόπηκε απο ένα δέντρο που ξεπρόβαλε άξαφνα, την ίδια στιγμή που εκείνος το έβγαλε από το παράθυρο για να αγναντέψει καλύτερα. «Είδα να ξεπετιούνται αίματα απο το λαιμό, είδα και το σώμα να πέφτει σαν ξερόκλαδο» είπε στην αστυνομία, συμπληρώνοντας «το κεφάλι δεν είδα που πήγε».
Οι υπόλοιποι επιβάτες είπαν «δεν καταλάβαμε τίποτα, μέχρι που είδαμε τη γυναίκα να κρατάει ένα κεφάλι και να τρέχει σαν παλαβή» κι ο ελεγκτής επιβεβαίωσε τα λόγια τους.
«Ποιος τράβηξε το σήμα κινδύνου;» ρώτησε ο αξιωματικός ασφαλείας, όταν πήγαν στο τμήμα οι αυτόπτες μάρτυρες, αλλά δεν πήρε καμμιά απάντηση.
Ενα παιδάκι, που έπαιζε στα χωράφια κοντά στις γραμμές του τρένου, είδε το δυστύχημα. Το βράδυ που γύρισε στο σπίτι του και είπε στη μάνα του «μάνα, σήμερα είδα ένα κεφάλι τον αέρα», εκείνη του απάντησε «αυτά δε γίνονται, σταμάτα τις ονειροφαντασίες και κάτσε να διαβάσεις».
Αναζητείται τίτλος για ένα σενάριο
Ιουνίου 13, 2007
Το σενάριο (20′λεπτης ταινίας) περιληπτικά:
Πρόσωπα: αδελφή, αδελφός, διαρρήκτης, πλούσια χήρα
Τόποι: δυο γειτονικά διαμερίσματα (δ1,δ2), κοινή ταράτσα, δρόμοι νυχτερινοί, εστιατόριο πολυτελείας
Ο αδελφός επιχειρηματίας που τείνει προς πτώχευση, επισκέπτεται την επιστήμονα και “ατυχήσασα στο γάμο της” αδελφή του και βάζει στο νου του να ληστέψει την πάμπλουτη χήρα που κατοικεί στο διπλανό ρετιρέ, χωρίς όμως να προκαλέσει υποψίες. Επιστρατεύει ένα διαρρήκτη πεπειραμένο και καταστρώνουν μαζί το σχέδιο διάρρηξης.
Με δυο λόγια, δίνει τον αριθμό τηλεφώνου της αδελφής του στο διαρρήκτη, ώστε να γνωριστούν και να καταφέρει να τον προσκαλέσει στο σπίτι της και, σε δεδομένη στιγμή, να ανέβει στην ταράτσα, να κατοπτεύσει και να διαρρήξει το σπίτι της πλουσιας χήρας.
Αχ Μαράκι, Μαράκι!
Απριλίου 11, 2007
Πόσο σ’ άρεσε τότε, να σε στριμώχνω τα βράδια, μετά το σινεμά, στη μεγαλοπρεπή είσοδο της πολυκατοικίας, εκεί, στη Βασιλίσσης Σοφίας, «Λου Μοσκύ» ή κάπως έτσι, περιποίηση προσώπου και σώματος, αισθητική μ’ άλλα λόγια, καλό μαγαζί τετραόροφο ή πενταόροφο, δε θυμάμαι και καλά τώρα πια, πέρασαν και τόσα χρόνια, σήμερα που πέρασα το ξεκαινούργιωσαν και τό ‘καναν γραφεία μιας εταιρείας. Είχε πολλά φυτά γύρω γύρω, κάτι θάμνα και κάτι περιπλοκάδες -καπετάνιος μια ζωή τι να ξέρω απο φυτά!
Οταν έβγαινα στεριά πάντως, γραμμή στο σπιτικό σου Μαράκι μου! Και να οι μουσακάδες και να τα γουρουνόπουλα τα ψητά, νηστικό δε μ’ άφηνες ποτέ. Νηστικό απο τίποτα, εννοείται, όχι μονάχα απο φαγητό. Εβαζα τη μπουκιά στο στόμα και σ’ έτρωγα και σένα με τα μάτια, αχ! Απέναντί μου κάθοσουν με τ’ αέρινα φουστανάκια σου τα ντεκολτέ ίσαμε τον αφαλό και δεν ήτανε τότες εποχές που ο αφαλός είχε βγει στα φόρα, να το λέμε κι αυτό. Χαλβάδιαζα το ντεκολτέ σου να σκύβει και να με σερβίρει σαλάτα, λέμε τώρα, κι έσκαγε το μέσα μου να σ’ αρπάξει επιτόπου και να σε ξαπλώσει πα’ στο τραπέζι. Με τη μία. Ομως έκανα υπομονή, να τα κάνουμε όλα με τη σειρά. Φαγητό, σινεμά και βόλτα.
Εκεί, στη βόλτα που γυρίζαμε σπίτι, το θηρίο μέσα μου σήκωνε κεφάλι και τίποτα δεν το συγκρατούσε. Τρυπώναμε στα φυτά, στην είσοδο «Λου Μοσκύ» κι έτσι, και σου άλλαζα τα φώτα. Νύχτα ήτανε πάντα όταν κάναμε αυτή τη σκανταλιά, αλλά, και φεγγάρι να μην είχε, οι ρώγες απο τα βυζάκια σου πετιόντουσαν σαν αστεράκια, Μαράκι μου, και φωτίζανε την ψυχή μου. Τις άγγιζα και καίγονταν οι ρώγες των δαχτύλων μου απο τη φωτιά τους. Σκέτα καρβουνάκια. Αχ!
Μετά, συνέχιζα προς τα κάτω κατεβαίνοντας και το κορμάκι σου παραδινόταν σε μένα σαν μια πλαστελίνη να το πλάθω, να του δίνω σχήμα, πότε να το χαϊδεύω απαλά και πότε να το χουφτώνω με δύναμη, και με τάραζε όλη αυτή η κατάσταση, και δεν έβγαζες μιλιά Μαράκι μου. Κιχ. Ετσι μου αρέσει με σένα, μόνο αναστεναγμούς και βαθειές ανάσες, να ρουφάω τον αέρα που βγαίνει απο τα πνεμονάκια σου, σαν ατμομηχανίτσα έκανες κι εγώ μηχανοδηγός σου.
Ετσι με μάγεψες και παράτησα γυναίκα και παιδιά και θάλασσα και σε πήρα, με στεφάνι, τιμή μου και καμάρι μου, βασίλισσά μου, Μαράκι μου! Στην αρχή, κάθε βράδυ σινεμά και κάθε βράδυ «Λου Μοσκύ» με αναστεναγμούς και τσιτσιδώματα πίσω απο τις περιπλοκάδες, στα όρθια, με μπόλικη αγωνία μη περάσει κανείς να μας τσακώσει. Αλλά, ποιος να ‘ρχόταν; Μαύρα σκοτάδια και φως μοναχό τα βυζάκια σου.
Εφτιαξες μια μεγάλη κρεββατάρα στο σπιτάκι μας, κι έβαλες και φυτά ένα γύρω να θυμίζει το στέκι μας το ερωτικό. Την έβρισκα όσο δε λέγεται. Κλείναμε τα φώτα και σε μύριζα, μμμμμ, το δερματάκι σου φρεσκομπανιαρισμένο, βούλωναν τα ρουθούνια μου απο πόθο. Μετά, είχαμε την πολυτέλεια ν’ ανάβουμε τα φώτα, χαμηλά φωτάκια στο πλάϊ του κρεββατιού, και σε καμάρωνα που άστραφτες, Μαράκι μου, σα γοργόνα που βγαίνει στον αφρό, με τον ιδρώτα σταλίτσες αρμύρας πάνω σου.
Τώρα, Μαράκι μου, είμαι πια στην κόλαση, ε, δε θα πήγαινα και πουθενά αλλού, τόσες αμαρτίες έκανα στη ζωή μου, είμαι λοιπόν στην κόλαση μετά τον καρκίνο που μού ‘φαγε τα σκότια, και σε σκέφτομαι. Το τελευταίο μου γυναικάκι ήσουν, Μαράκι μου, και το πιο γλυκό. Για τούτο σου άφησα τα χωράφια και το σπίτι στο χωριό, για να περνάς καλά και να με σχωρνάς. Ευχή και κατάρα σου άφησα φεύγοντας, να μη μείνεις ποτέ μόνη, να μην αφήσεις το κορμάκι σου να ρημάξει, Μαράκι μου, να το φχαριστιέσαι και να ξεφυσάς σαν ατμομηχανίτσα. Δε θά ‘χει πια σημασία που δε θά ‘μαι εγώ ο μηχανοδηγός σου, θα μπαίνω στο κορμί του άλλου που θα σε χαίρεται και θα σε πλάθω με τα δικά του χέρια. Φτάνει να βρεις έναν σαν και μένα, να καταλαβαίνει τη γλύκα σου, Μαράκι μου, και να σε παίζει με τέχνη. Αχ, Μαράκι μου!
ΣΗΜ.1.
Αφιερωμένο στο φίλο μου Γιώργο Π., που μου είχε διηγηθεί πολλές απο τις όμορφες ερωτικές του περιπέτειες. Τα ονόματα, κλπ στοιχεία έχουν παραποιηθεί όλα, εκτός απο το «Λου Μοσκύ».
Ελαφρύ νά ‘ναι το χώμα που σε σκεπάζει Γιώργο.
ΣΗΜ.2.
Μια μέρα ξύπνησα μ’ ένα φοβερό πονόδοντο, πήρα ένα παυσίπονο και, περιμένοντας να δράσει, σκέφτηκα να αρχίσω να αποτυπώνω τις ερωτικές περιπέτειες του φίλου μου Γιώργου Π., που δεν υπάρχει πια ανάμεσά μας, εδώ και πολλά χρόνια. Είχε ένα μαγευτικό τρόπο να διηγείται και αυτόν προσπάθησα να μεταφέρω στο κείμενο αυτό που μοιράζομαι μαζί σας διαδικτυακοί μου φίλοι και συναγωνιστές. Το αν το πέτυχα, μόνο εκείνος θα μπορούσε να το πει με σιγουριά, αν και το ότι μου τις εμπιστεύτηκε σημαίνει κάτι. Είχα υποσχεθεί, όταν (και αν ποτέ) τις γράψω να μην αναφέρω πραγματικά ονόματα -ούτε και το δικό του- και αυτό έπραξα.
——————
το κείμενο πρωτοανέβηκε στο blogometro, στις 27 Νοε 2005
Η πασχαλιάτικη κορδέλα
Απριλίου 9, 2007
Κοίταζα την όμορφη κορδέλα μου να την παρασέρνει το νερό του καμπινέ και δε μ’ ένοιαζε καθόλου για δαύτην, αλλά για το σκατόπαιδο που νόμιζε πως θα με πείραζε και γι αυτό την είχε ρίξει εκεί μέσα και τράβηξε και το καζανάκι. Σφάδαζε κρατώντας την κοιλιά του απο τα γέλια και φώναζε με τη βραχνή του φωνή «όλα τα κορίτσια είναι για τα σκουπίδια!» το κολόπαιδο.
Κι όλα ετούτα τά ‘κανε επειδή είχε μπαμπά καθηγητή πανεπιστημίου και μαμά ποιήτρια «έλα να σε συστήσω στην κυρία, είναι ποιήτρια» μου είπε η θεία μου, που ήταν βοηθός του καθηγητή «ξέρετε, γράφει και το Μαρινάκι μας ποιήματα» που να άνοιγε η γη να με καταπιεί επιτόπου, ποιήτρια αυτή η καραβαμμένη καρακάξα; Με το μαλλί το παρδαλό και τα μάγουλα που φωσφώριζαν απο τις κρέμες; Πφφφ… τέτοια ποιήτρια δεν πρόκειται να γίνω ποτέ κι αν είναι έτσι οι ποιήτριες, θα πάψω να γράφω ποιήματα μη τυχόν και την πατήσω και καταντήσω στα χάλια της.
Εντωμεταξύ, η κορδέλα μου έφερνε βόλτες στην καταβόθρα κι όσο τη ρουφούσε ο καμπινές σκεφτόμουνα τι ωραία που γλίτωσα απο αυτήν, τώρα πλέον δε θα φόραγα πια αυτό το αστείο πράγμα στο κεφάλι μου που το τράβαγαν τ’ αγόρια στο σχολείο αλλά και όπου αλλού πήγαινα. Ευτυχώς, δεν είχαμε άλλη κορδέλα στο σπίτι. Η μάνα μου μπορεί να θύμωνε, επειδή ήθελε να μου φοράει κορδέλες και να με ντύνει μπεμπεδίστικα ακόμα και τώρα που είχα πατημένα τα έξι, ίσως για να τονίζει τη διαφορά ηλικίας μας, γιατί όπου πηγαίναμε με ρωτάγανε «αδελφούλες είσαστε;» και γελούσαν όταν τους έριχνα ένα φαρμακερό βλέμμα να παγώνει το αίμα σου -τόσο φαρμακερό, έτσι πίστευα τουλάχιστον.
Ο πατερούλης μου δε θα θύμωνε καθόλου, το ήξερα καλά αυτό γιατί έπαιρνε πάντα τα κομμάτια μου όταν με μαλώνανε κι εκείνος δε με μάλωνε ποτέ ποτέ ποτέ! Ο καλύτερος μπαμπάς του κόσμου, μονάχα που δεν ήθελε να τον φωνάζω «μπαμπά» όπως έκαναν τα άλλα παιδιά με τους δικούς τους μπαμπάδες, αλλά να τον λέω «πατέρα» όμως τον φώναζα «πατερούλη» γιατί το «πατέρας» μου φαινότανε πολύ σκληρή λέξη επειδή μου θύμιζε τα τέρατα των παραμυθιών.
Ολα αυτά περνούσαν απο το νου μου όσο έβλεπα την κορδέλα να βυθίζεται στο βάθος της τρύπας κι όταν χάθηκε εντελώς έστριψα απότομα κι έριξα μια μπουνιά στην κοιλιά του βουτυρόπαιδου που άρχισε τώρα να σκούζει τσιριχτά σαν το σφαγμένο γουρουνόπουλο που είχα δει να τρέχει χωρίς κεφάλι τα Χριστούγεννα στο χωριό. Πριν το σφάξουν έσκουζε φυσικά. Μετά, άφηνε ένα ποτάμι αίμα πίσω του καθώς έτρεχε ακέφαλο στην αυλή με τις κότες που πετάγονταν δεξιά κι αριστερά στο πέρασμά του κακαρίζοντας αλαφιασμένες.
Φώναζε το λοιπόν ο βουτυρομπεμπές κι ας ήταν τρία χρόνια μεγαλύτερός μου, φώναζε τη μαμάκα του να τον σώσει, ότι τάχα τον έδερνα και τον δάγκωνα. Αντί για τη μαμά του την ποιήτρια ήρθε ο μπαμπάς του στον καμπινέ και τον έπιασε απο τους ώμους λέγοντάς του ότι έτσι είναι τα κορίτσια, πολύ κακά πλάσματα δηλαδή και να μη κάνει παρέα μαζί τους. Μετά απο αυτό, ήρθε η θεία μου η βοηθός του και με πήρε παράμερα και με ρώτησε «αλήθεια είναι αυτά Μαρίνα μου;» της είπα «φυσικά όχι, αυτός έριξε την κορδέλα μου στον καμπινέ και’γω του έριξα μια μπουνιά» και φαίνεται ότι με πίστεψε αλλά με πήρε να φύγουμε. Η ποιήτρια έτρεξε πίσω μας ρωτώντας «τόσο βιαστικά φεύγετε;» δίνοντας να φορέσουμε τα παλτά μας γιατί έκανε κρύο ακόμα, αν και σε δυο μέρες είχαμε Πάσχα.
πρώτα πρώτα, χαρίζω ένα ρόδι
Μαρτίου 16, 2006
- τι να σημαίνει ένα ρόδι;
- υπάρχουν διάφορες απόψεις περί ροδιών
- ναι, αλλά τι είναι ένα ρόδι;
- ένα ρόδι είναι ένα ρόδι, είναι αδύνατο ένα ρόδι να είναι δύο ρόδια
- ένα ρόδι είναι πάντα το ίδιο;
- ένα ρόδι δεν είναι πάντα το ίδιο, αλλά τι θα πει “πάντα”; υπάρχει “πάντα”;
- πάντα υπάρχει ένα ρόδι κάπου
- οπουδήποτε;
- παντού υπάρχουν ρόδια, φτάνει να τα βλέπεις
- πόσα ρόδια; για ένα ρόδι λέγαμε
- καθένας βλέπει όσα ρόδια θέλει
- κι άμα δεν θέλει ή δεν μπορεί να δει; αν είναι τυφλός;
- οι τυφλοί βλέπουν περισσότερα ρόδια, είναι τ’ αστέρια τους
- θέλω ένα ρόδι δικό μου
- μα… μόλις σου χάρισα ένα!
- αυτό δεν είναι το δικό μου, αυτό κολυμπά και’γώ φοβάμαι το νερό
- αυτό δεν κολυμπά, πετά στο διάστημα -για σένα
- ωραία, τότε το παίρνω! είναι δικό μου, έτσι;
- δικό σου είναι, πρόσεχε μη το χάσεις
- αν το χάσω, δεν θα βρω άλλο;
- δεν ξέρω…
- δεν θα μου χαρίσεις άλλο ρόδι, εννοώ
- δεν ξέρω…
- τι δεν ξέρεις;
- αν θα έχω όρεξη να φτιάξω κι άλλο ρόδι για σένα
- θα φτιάξεις όμως και άλλα ρόδια; έτσι δεν είναι;
- κάθε μέρα φτιάχνω ρόδια
- κάθε μέρα; πόσα ρόδια τη μέρα;
- μέχρι να καώ θα φτιάχνω ρόδια
- πόσα τη μέρα;
- δεν τα μέτρησα ποτέ
- τι θα πει “ποτέ”;
- “ποτέ” θα πει “πάντα” από την ανάποδη
- δηλαδή, τα μετράς πάντα!
- όχι, ποτέ δεν τα μετράω
- μα… δυο αρνήσεις είναι μια κατάφαση…
- μπορεί να είναι ό,τι θέλουν, όμως τα ρόδια είναι αμέτρητα
- παραλογίζεσαι
- τώρα το κατάλαβες; μόλις άρχισα να μιλώ λογικά…
Hello world!
Φεβρουαρίου 11, 2006
Welcome to WordPress.com. This is your first post. Edit or delete it and start blogging!