η παθητική εξόντωση των αντιπάλων

Posted in παραλογα, παραξενα on Απρίλιος 28, 2014 by rodia


Μετά τον έντονο ανταγωνισμό με τους συναδέλφους του, ο καθηγητής της βυζαντινολογίας κ. Παμμαντζουριάδης έπρεπε να σκεφτεί τρόπο εξόντωσης των αντιπάλων του, καθηγητών και λεκτόρων, οι οποίοι κόντευαν να προσεταιριστούν όλο το φοιτητόκοσμο της πόλης. Κλείστηκε το λοιπόν στο ιδιαίτερο γραφείο του, αφού εξόρισε από εκεί γραμματείς και δολοπλόκους φαρισαίους, και προβάρισε μερικές φορές τη νέα του αττραξιόν. Δεδομένου όμως ότι ο χώρος αυτός ήταν πολύ περιορισμένος για τις δυνατότητες του ευρηματικού του κόλπου, βγήκε να κάνει και μια πρόβα στο προαύλιο του Ανωτάτου Εκπαιδευτικού Ιδρύματος. Εντρομοι οι φοιτητές -και κυρίως οι φοιτήτριες- είδαν εκείνο το μεσημεράκι τον κ. καθηγητή να τρέχει από τη μιαν άκρη στην άλλη κρατώντας τα πόδια του με τα χέρια του, τα οποία είχεν αποκόψει εντελώς. Χωρίς χέρια και χωρίς πόδια, ένας ορθογωνικός ανθρώπινος κορμός μπορούσε να τρέχει και μάλιστα ταχύτατα, σβουρίζοντας στο προαύλιο. Αίμα δεν έτρεχε ουδαμού, μικρά ημιδιαφανή πλαστικά σωληνάκια, συνδεδεμένα με ένα πλαστικό σακκούλι ικανού μεγέθους κρεμασμένο από τον τράχηλον του ευφάνταστου καθηγητού, συνέλεγαν το υγρόν. Λίγο πριν ξεχειλίσει ο σάκκος, ο καθηγητής σταμάτησε την τρελλή του πορεία, έφερε το δεξί χέρι προσεκτικά προς τον ώμο και με ένα κλικ αριστερά τούτο βρέθηκε συγκεκολλημένο εκ νέου στην προτέρα του θέση. Το ίδιο έπραξε και με το αριστερό του χέρι, μόνο που τώρα είχε βοηθό το δεξί. Κατόπιν, κόλλησε τα ποδάρια στους γοφούς προσεκτικά μη κάνει λάθος, να είναι τα μεγάλα δάχτυλα προς την εσωτερική πλευρά. Τέλος, ξεκρέμασε το σακκούλι από το λαιμό του, το ανασήκωσε, έφερε στα χείλη ένα από τα πλαστικά ημιδιαφανή σωληνάκια και ρούφηξε λαίμαργα το αίμα του. «Είδατε πώς το πίνω το αίμα μου τσογλάνια;» απευθύνθηκε προς το φοιτητόκοσμο, να έχουν το νου τους μη και ξαναξεστομίσουν ποτέ αυτή την απειλή -«θα σου πιω το αίμα ρε μπαγάσα» δηλαδή. Αφού μπορούσε να το πίνει και μοναχός του.
_____________________________
ΣΗΜ. το γλυπτό είναι η ‘Sarah Bartmann’ της Willie Bester

Η ΔίΝΗ ΚΑΙ Ο ΛύΚΟς -01

Posted in blogging, παραξενα, αναμεταδοσεις on Απρίλιος 8, 2014 by rodia

Βρίσκομαι στη θέση του παρατηρητή συνήθως. Αυτή η θέση μου αρέσει, επειδή είναι πιο ξεκούραστη και ακονίζει το νου. Ετσι λοιπόν, στάθηκα στα ρηχά, όσο γινόταν μακριά από τη μέση του ποταμού όπου καιροφυλαχτούν οι δίνες και οι ρουφήχτρες, και παρατηρούσα πώς κυλούσαν τα γαλάζια του νερά. Στο βάθος μαύριζαν, αλλά η επιφάνεια ήταν καταγάλανη.
Εβλεπα διάφορα φυλλαράκια να τα παρασέρνει το νερό, έβλεπα βατραχάκια να κάθονται σε ξερά κλαδιά που είχαν σπάσει κι είχαν πέσει στο ποτάμι και κυλούσαν μαζί του, έβλεπα προβατάκια να βόσκουν στην απέναντι όχθη, έβλεπα και το τσοπάνη με τους πιστικούς του να κάθονται πάνω στα χορτάρια, κρυμένοι πίσω από τις φυλλωσιές.
Εκεί που όλα φαινόντουσαν ειδυλλιακά, ο ήλιος έλαμπε, τα πουλάκια κελαϊδούσαν, τα αρνάκια βελάζαν και οι κουδούνες των κριαριών καμπάνιζαν βραχνά, νάσου και πήρε το μάτι μου το λύκο να σέρνεται με τη κοιλιά και να παραμονεύει με άγριο βλέμμα. Σίγουρα σκέφτεται ποιο αρνάκι να προτιμήσει, είπα μέσα μου.
Δεν έκανα λάθος, γιατί.. ωπ! όρμησε κι άρπαξε ένα νεαρό αρνί με άσπροφουφουλιασμένη προβιά, το πάτησε χάμω, του έμπηξε τα δόντια στο λαιμό, του ρούφηξε το αίμα. Μετά, με μεγάλη προσοχή, έσκισε το δέρμα από το λαιμό ίσαμε κάτω, το ξεκόλλησε από το κρέας του ζώου, και το φόρεσε. Οπως φοράμε εμείς οι άνθρωποι τα παλτά μας το χειμώνα, έτσι το έριξε πάνω του και του ‘ρχόταν ίσα ίσα.
Mόνο η ουρά του η γκρίζα φαινόταν καθαρά από το παρατήριό μου. Οπως το λιοντάρι φαίνεται από το νύχι του, έτσι και ο λύκος από την ουρά του. Το θέμα είναι τι ακριβώς θέλει ο κυρ λύκος και μασκαρεύτηκε έτσι.
(συνεχίζεται)
_________________
ΣΗΜ. από εδώ, όπου ανέβηκε στις 2/6/2007.. εδωπέρα νομίζω πως ταιριάζει καλύτερα!

Το ύφασμα «χρόνος»

Posted in ποιηματα, σκεψεις on Μαρτίου 20, 2014 by rodia

null

Στους παιδικούς μας αργαλειούς
Υφαίναμε τα όνειρά μας
Το ύφασμα χρόνος υφαίναμε
Με υφάδι το κορμί, στημόνι το μυαλό
Ο χρόνος πότε τεντωνόταν σαν σκοινί
Και πότε σαν λάστιχο
Αργότερα, σαν μεγαλώσαμε,
Φτιάξαμε το ύφασμα γραββάτες
Αυτές που φορούν και στους πεθαμένους

γενέθλια θανάτων

Posted in παραξενα, αγχωδη on Μαρτίου 11, 2014 by rodia

null
–Θανατογενέσεις…
–Η γέννηση του θανάτου λοιπόν;
–Εκεί οδηγεί ο τρίτος πόλος;
–Ο τρίτος πόλος που τού λείπουν δυο γραμματάκια για να γίνει πόλ(εμ)ος; εμ;
–Θα δοξάζουμε ωσάν Ετρούσκοι τον θάνατο αντί για τη γέννηση;
–Θα διαλέγουμε κουτιά για θάψιμο, ποιότητες μαρμάρων, γραμματοσειρές για τα αγγελτήρια;
……………………………………………………..
(μετά τις σκόρπιες φωνές, αρχίζει ένας διάλογος κάπου κοντά)

–Εσείς πόσες φορές πεθάνατε;
–Μία.
–Μονάχα μία; Ω, τόσο νέος στον πλανήτη λοιπόν…
–Πόσες φορές μπορεί να πεθάνει κανείς, δηλαδή;
–Οσες ακριβώς μπορεί να γεννηθεί.. Απειρες!
–Σοβαρά;
–Αμ, πώς!
–Ελάτε τότε να πεθάνουμε μαζί και μετά ξαναγεννιόμαστε!
–Αμ δεν είναι έτσι ακριβώς.. Το να πεθάνουμε μαζί δεν σημαίνει πως είναι δυνατό να γεννηθούμε πάλι μαζί.. Ζωή και θάνατος είναι γεγονότα εντελώς τυχαία.
–Α.
–Δεν αρέσει αυτό σε πολλούς.. Εμένα μου αρέσει το τυχαίο.
–Α.
–Τί «Α» και «ξε-Α»;
–Τι να πω; Ολα αυτά θέλουν παραπάνω σκέψη.
–Το να γεννηθείς και να πεθάνεις; Δεν θέλει καθόλου σκέψη.. Πράξη θέλει!
–Τί πράξη;
–Απραξία μάλλον…
–Α.
–Κλείσε το στόμα σου παιδί μου, θα μπει καμμιά μύγα!
–Νεογέννητη μύγα;
–Ε;
–Νεογέννητη ή ψόφια;
……………………………………………………..
(καιρός ήταν να αλλάξει επίπεδο η συζήτηση, κόντεψα να τους πιστέψω και’γώ)

Ροζ

Posted in περιγραφες on Μαρτίου 5, 2014 by rodia

null

Ο ουρανός είναι ροζ.
Στο βάθος, ένα αλύγιστο κυπαρίσσι,
αγκαλιασμένο από ένα πεύκο στρουμπουλό,
υψώνεται αγέρωχα προς το φεγγάρι.
Ενα φεγγάρι αχνό, μισό,
φτιαγμένο λες από αραιή ασημόσκονη,
ριγμένη άτσαλα στο ροζ φόντο.
Ποτέ δεν συμπαθούσα το ροζ χρώμα,
αλλά σήμερα μ’ αρέσει.
__________
γραμμένο στις 18/1/2014

Σκιάχτρα

Posted in παραξενα, ποιηματα on Μαρτίου 5, 2014 by rodia

null
Ξαφνικά, το μπαλκόνι γέμισε σκιάχτρα.
Μάλλον θα σκαρφάλωσαν τη νύχτα από την υδρορρόη.
Χάρηκα το πρωί που τα είδα.
«θα γλιτώσω από τις κουτσουλιές των περιστεριών»
είπα μέσα μου.
Πράγματι, περιστέρια δεν ξαναπάτησαν στο μπαλκόνι.
Ούτε σπουργίτια, ούτε χελιδόνια, ούτε κομπογιάννοι το χειμώνα.
Το κελάϊδισμα που με ξύπναγε τα πρωϊνά, δεν ξανακούστηκε.
Η πολύχρωμη φορεσιά των σκιάχτρων, στην αρχή έφερνε ευφορία,
αλλά σιγά σιγά ξεθώριασε.
Τώρα, υπάρχουν μόνο σκιάχτρα στο μπαλκόνι.
Σκιάχτρα ξεθωριασμένα, ξεμαλλιασμένα από τον αέρα…
και δεν ξέρω πώς να τα διώξω.
_______
γράφτηκε στις 18/1/2014

Κρέας!

Posted in ποιηματα on Ιανουαρίου 28, 2014 by rodia

null
Κρέας
γεννημένο σε κρεββάτι
Κρέας
το μοσχάρι της παρέας
Κρέας
το βαφτίζει ο ιερέας
Κρέας
δώστε του κάτι
Κρέας
μασημένο, ξερασμένο, αγριεμένο
Κρέας
κι άλλο κρέας, πάλι κρέας
Κρέας
φέρτε κρέας
Κρέας
φρεσκοσφαγμένο
Κρέας
απελπισμένο
Κρέας
για τα κανόνια
Κρέας
και μακαρόνια
Συνέχεια