Αρχείο για Ιανουαρίου, 2011

Ικέτιδες (του Αισχύλου)

Posted in σκεψεις, επικαιρα with tags on Ιανουαρίου 28, 2011 by rodia

Το ποστ αφιερώνεται σε όλους όσοι επικαλούνται την δήθεν ελληνικότητά τους και, κρυπτόμενοι πίσω από νομικίστικα τεχνάσματα, προσβάλλουν τον πολιτισμό μας, τον πολιτισμό των ελλήνων, αυτόν τον πολιτισμό που φώτισε την ανθρωπότητα και σήμερα κοντεύει να χαθεί στα σκοτάδια…

Η υπόθεση: Για να γλιτώσουν από τον αιμομικτικό γάμο με τα ξαδέλφια τους, τους γιους του Αιγύπτου, οι πενήντα κόρες του Δαναού, καθοδηγούμενες από τον πατέρα τους, καταφεύγουν στο Άργος απ’ όπου κατάγονται, προσπέφτουν ικέτισσες στους βωμούς των θεών και ζητούν άσυλο από τον βασιλιά της χώρας Πελασγό, ο οποίος τους το παρέχει, αφού πρώτα ζητήσει τη συγκατάθεση των Αργείων.

Στις Ικέτιδες, το πρώτο ιστορικά κείμενο όπου γίνεται λόγος για δημοκρατία και προσφέρεται μια ιδανική εικόνα της, θίγονται θέματα ενεργά ακόμη και σήμερα: το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης (habeas corpus) και, στους αντίποδες, η ύβρις που συνιστά η άρνηση των νόμων της φύσης, εδώ η άρνηση της ένωσης με το αρσενικό (φυξανορία), η αινιγματική και αντιφατική φύση του θεού, η ιερότητα του ικέτη, του πρόσφυγα, καθώς επίσης και η υποχρέωση της δημοκρατικής πολιτείας να τον προστατεύσει (ασυλία), ακόμη και με κίνδυνο της ίδιας της ακεραιότητάς της. Πρόκειται για την πιο λυρική από τις σωζόμενες τραγωδίες και ίσως από τις πιο δύσκολες στο ανέβασμά τους εξ αιτίας των πολλών προβλημάτων, σκηνικών και ιδεολογικών, που θέτει.
____________________________
από εδω
στη φωτογραφία το πρόγραμμα της παραστασης (2η εκδοχή) από την ομάδα Angelus Novus στο Μακεδονικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης (17-18-19.01.2011)

Advertisements

Αχ, Νονμανσλάνδη!

Posted in nomanslande on Ιανουαρίου 17, 2011 by rodia

Η συμβολή μου μέχρι τώρα (Υμνος και Γλωσσάρι) στο έπος Νομανσλανδιάδα

Στη θρυλική την Απονία
βγαίνουν τα στρείδια κάθε βράδυ,
ανοίγουν διάπλατα σαν άστρα
μόλις πλακώνει το σκοτάδι
και τραγουδούν σκαρφαλωμένα σε συκιές
του Μποχαμιάν τις μουσικές

Τρίζουν τα σύνορα της χώρας,
η Νομανσλάνδη αναστενάζει,
φοβάται μη τυχόν της κλέψουν
το ντέφι, το βιολί, το σάζι
Για να γλιτώσει μπαγλαμάδες και σιτάρ
τροχίζει τα καναπουτσάρ
Συνέχεια

ΑΚΡΑΤΗ ΣΠΑΤΑΛΗ

Posted in σκουπιδια του πισι on Ιανουαρίου 15, 2011 by rodia

1.
Εκατομμύρια, εκατομμύρια
τρέχουν στους δρόμους κι αραχνιάζουνε στα κτίρια,
πάνε στα πλοία, στ’ αυτοκίνητα, στ’ ακίνητα,
τα μεγαθήρια.

2.
Εκατομμύρια, εκατομμύρια
στους αστρολόγους και στα μέντιουμ τα μυστήρια,
στα εκτοπλάσματα, στους μάγους, στα φαντάσματα,
τα πειραχτήρια.

3.
Εκατομμύρια, εκατομμύρια,
για υγιεινές τροφές, ψυχοθεραπευτήρια,
όπου οι τυφλοί πάντα γιατρεύουν τους αλλοίθωρους
με τα κολύρια.
Συνέχεια

Τεν Μπακς, ο δαιμόνιος Αριζόνιος

Posted in ατακα κιεπιτοπου, nomanslande on Ιανουαρίου 14, 2011 by rodia

-Δεν υπάρχει Συμβούλιο του Ντιν! ακούστηκε μια κραυγή σαν από σκουριασμένη κλειδαριά που αγωνίζεται να ξεκλειδώσει, ταυτόχρονα με το ξέπνοο ποδοβολητό ιδρωμένου αλόγου, και η φάτσα του Τεν Μπακς μπήκε γκρο πλαν στο πανί φτύνοντας ταμπάκο ανάμεσα από τα μαυρισμένα δόντια της πάνω μασέλας.

Εσκυψα ασυναίσθητα μη με πάρουν τα σκάγια, σφίγγοντας το χέρι του κολλητού μου, λάτρη των γουέστερν με ανατολικές προεκτάσεις -γουέστερν Σιβηρίας, που λένε.

-Ποιος είναι τούτος ο άγριος; ρώτησα σιγανά, αλλά και δυνατά να ρώταγα τη φωνή μου θα επισκίαζε ο αποπίσω που είχε πνιγεί με πασατέμπο κι έβηχε φτύνοντας κι αυτός. Μεταξύ δύο πυρών, μπροστά ο Τεν Μπακς, πίσω ο πασατέν-μποκς, ήθελα να την κάνω ακροποδητί, να εξανεμιστώ, να διακτινιστώ ακόμα και σε άλλο πλανήτη, έλα όμως που είχα δώσει λόγο πως θα κάτσω να δω το φιλμ ίσαμε το τέλος…

-Αυτός είναι ο από μηχανής θεός, μόλις έφτασε από Αριζόνα για να δώσει λύση κι όπως βλέπεις δε μασάει, σίγουρα το Συμβούλιο Ντιν είναι μούφα, με πληροφόρησε ο δικός μου. Και πώς να μασήσει, με δόντι παρά δόντι κομματάκι δύσκολο, σκέφτηκα και βούλιαξα λίγο παρακάτω στο βελουτέ καθισμα που έτριξε, χρώματος μπλε ξεθωριασμέ.
Συνέχεια

Πόλεμος και Ειρήνη

Posted in παραξενα on Ιανουαρίου 13, 2011 by rodia
Ο βασανιστής του Πύργου έσχιζε το δέρμα της πλάτης του ιππότη λουρίδες λουρίδες και κατόπιν τις τεμάχιζε καθέτως σε μικρούτσικα κομματάκια σαν ρύζι. Ο ιππότης υπέμενε το βασανιστήριο με καρτερία, βέβαιος ότι κάποτε θα τελείωνε -το βασανιστήριο ή η ζωή του.

Ο βασανιστής του Πύργου βαρέθηκε να βασανίζει τον σιωπηλό ιππότη. Δεν έβρισκε την ανταπόκριση που επιθυμούσε, ούτε μια κραυγή, ούτε μια οιμωγή, ούτε ένα παίξιμο βλεφάρων, τίποτε που να αποδεικνύει τον πόνο του τελοσπάντων.

– Αυτό το βασανιστήριο δεν έχει γούστο! κραύγασε ο βασανιστής και απεχώρησε από το θάλαμο των βασανιστηρίων.

Μόλις έφυγε ο βασανιστής, ο ιππότης ανασηκώθηκε και σύρθηκε προς τον ξύλινο πάγκο. Πεινούσε πολύ και διψούσε σαν ξεροπήγαδο. Πήρε λίγα από τα κομματάκια του δέρματός του και, με τη βοήθεια μιας χούφτας από το ρέον αίμα του, τα κατάπιε αμάσητα μονομιάς.
Συνέχεια

Γλυκειά μου σαυρομμάτα

Posted in παραξενα on Ιανουαρίου 12, 2011 by rodia

Οταν ήρθανε βιζαβί κι αντίκρυ, εκείνος πρόσεξε την πράσινη σαύρα που μπαινόβγαινε στα ρουθούνια της και αρκέστηκε σε ένα φλογερό φιλί, αν και ήθελε να την αρπάξει και να τη δαγκώσει σαν τρελός. Τα χείλια της ήταν κρύα, αλλά πώς να μην ήταν αφού η σαύρα τα πάγωνε κάθε τόσο με την ουρά της;

Φιλώντας τη, ένιωθε την ουρά να κινείται ανάμεσά τους και προσπάθησε καναδυό φορές να την αρπάξει με τα δόντια, αλλά μπερδευόταν με τη γλώσσα του και δεν το διακινδύνεψε. Εκείνη έμενε ακίνητη σαν άγαλμα και τον βασάνιζε η ιδέα μπας και είχε μείνει ξερή στα χέρια του. Της έδωσε ένα ελαφρύ μπατσάκι, το οποίο του ανταπέδωσε η σαύρα με τα νύχια της. Από το μάγουλό του έτρεξε αίμα και σταμάτησε να την φιλάει.

Απομακρύνθηκε και τότε είδε πως στα μάτια της φώλιαζαν άλλες δυο σαύρες, μαυροπράσινες και μονόφθαλμες. Αναψε το φακό του και είδε κι απο τα αφτιά της να κρέμονται δυο σαυρίσιες ουρές σαν σκουλαρίκια. Εσβησε το φακό τρομαγμένος. Του έφταναν οι σαύρες που έβλεπε με το φως του φεγγαριού.
Συνέχεια

μια πλαστική σακκούλα κατηφορίζει

Posted in στιγμιοτυπα, διαφορα on Ιανουαρίου 11, 2011 by rodia

Περπατούσα πριν από λίγο σε μια ανηφορίτσα, πηγαίνοντας προς… κάπου τελοσπάντων, μη καρφωθώ και πού ακριβώς πήγαινα, έτσι; Οπως ανηφόριζα λοιπόν, βλέπω μιαν άσπρη πλαστική σακκούλα νά ‘ρχεται καταπάνω μου με φόρα.

Σκέφτομαι σε κλάσμα δευτερολέπτου τι να κάνω για να την αποφύγω. Να πάω προς τα δεξιά ή τα αριστερά; Να πηδήξω ώστε να περάσει κάτω απο τα πόδια μου; Κι αν φυσήξει απότομα και υψωθεί η σακκούλα και μού ‘ρθει στα μούτρα; Τότε, θα πρέπει να σκύψω.

«Θα περιμένω να πλησιάσει και τότε θα δράσω κατάλληλα», σκέφτηκα ωριμότερα βάζοντας τον πανικό στην άκρη. Η πλαστική σακκούλα εξακολουθούσε νά ‘ρχεται φορτσάτη, την έβλεπα να περιστρέφεται μπαλαρινοειδώς σερνάμενη στο πεζοδρόμιο, ελαφριά και ανέμελη χοροπηδούσε ξεπερνώντας ένα σωρό εμπόδια: ένα παρκαρισμένο μηχανάκι, ένα κάδο σκουπιδιών, μια στοίβα καφάσια. Εγλυψε μια σαπισμένη ντομάτα, έκανε μια φούρλα ακόμα κι έφτασε προ των ποδών μου. Πώς λέμε «Χάνιμπαλ άντε πόρτας»; Ετσι ακριβώς.

Παραμέρισα λιγουλάκι, σχεδόν χωρίς να κινήσω καθόλου τον κορμό, μόνο το αριστερό μου πόδι -καθώς φέρνω τη σκηνή στο νου μου- και η πλαστική σακκούλα, τέως κάτασπρη πλέον, συνέχισε απτόητη να κατηφορίζει χορεύοντας ανέμελα.

Συνέχισα και ‘γώ τον ανήφορο και νόμιζα πως είχε φύγει απο το νου μου η εικόνα της. Τώρα όμως που κάθησα να γράψω κάτι τι, εδώ, αυθορμήτως -τσουπ!- ήρθε και με ξαναβρήκε. Μυστήριες αυτές οι πλαστικές σακκούλες τελικά.
______________________________
από εδώ