Archive for the blogging Category

28 μέρες πριν το ναυάγιο

Posted in blogging, διηγηματα on Απρίλιος 8, 2018 by rodia

Ούτε που θυμόταν πλέον πότε ακριβώς είχε μπαρκάρει σε τούτο το σκυλοπνίχτη. Εδώ τ’ όνομά του κόντευε να ξεχάσει, ημερομηνίες θα θυμόταν; «Με λένε Παντελή» μουρμούριζε μέσ’ απ’ τα δόντια του τις νύχτες που ξάπλωνε στη μικρή καμπίνα των καμαρότων να ξεκουράσει τα κόκκαλά του με τις σκουριασμένες κλειδώσεις -τα είχε φάει η αλμύρα τόσα χρόνια. Δεν είχε παράπονο πάντως από τη ζωή, αυτό που ήθελε του το είχε δώσει και με το παραπάνω. Στο κάτω κάτω της γραφής, όταν ζήταγε να φύγει απ’ το χωριό του και να ζήσει στη θάλασσα, που τότε δεν την είχε δει ακόμα ούτε ζωγραφιστή, ας ζήταγε κι ένα καράβι σε καλύτερη κατάσταση. Τώρα ήταν αργά για ν’ αλλάξει ο,τιδήποτε. Μαζί θα πηγαίναν φούντο, έτσι όπως ήταν τα πράγματα. Αν γνώριζε ότι αυτό το τέλος θα ερχόταν σε 28 μέρες από τη σημερινή, ίσως να άλλαζε κάτι -ίσως και όχι.

Η μόνη εικόνα που ‘ρχόταν καθαρά στο νου του απ’ τα παλιά, ήταν εκείνη μέσα στο πούλμαν του ΟΣΕ -ΣΕΚ λεγόταν τότε- στο κατέβασμα από Θεσσαλονίκη Αθήνα και μετά Πειραιά, για να μπαρκάρει στο καράβι όπου δούλευε λοστρόμος ο νονός του. «Πάρε με νονέ, πάρε κι εμένα στα καράβια» παρακάλαγε κάθε που ο καπτά Βασίλης ανέβαινε αραιά και που στα κατσικοχώρια του Καϊμακτσαλάν. Εκεί όπου μεγάλωνε ο μικρός Παντελής παρέα με τα βουβάλια, να βοηθά στο άρμεγμα και στο σταύλο από μωρό παιδάκι. Είχανε και μια δασκάλα με ξανθά κοτσίδια που έλεγε να μη δουλεύουν τα παιδιά, αλλά ποιος την άκουγε. Αμα δεν δούλευαν τα παιδιά, πώς θα τα βγάζαν πέρα τα σπίτια;

Για τούτο τα φέρναν στον κόσμο τα παιδιά, για να βοηθάν στα βουβάλια, αυτό είχε μάθει ο μικρός Παντελής. Οταν πήγαινε κάποια πρωινά στο σχολείο, έχοντας προσφάει ψωμί σταρένιο βουτηγμένο σε κρασί και κουτούλαγε στο μάθημα, είχε στο νου όχι τι έγραφε η ξανθιά στον πίνακα αλλά την ώρα που θα ξαναγύρναγε στους στάβλους να στοιβάξει τις σβουνιές και να ρίξει νερά στο πατημένο χώμα. Τις σβουνιές ερχόντουσαν εργάτες και τις παίρναν να φτιάξουν πατώματα καινούργια στα σπίτια ή να φρεσκάρουν τα παλιά. Η δασκάλα τον τράβαγε από τη μια, ο πάππος από την άλλη, στο τέλος νίκησε ο νονός του ο Βασίλης που έστειλε το κάλεσμα της ζωής του, ένα τηλεγράφημα και μια επιταγή ταχυδρομική για να ψωνίσει κουστούμι και για τα ναύλα του.

Τη θάλασσα δεν την είχε δει ποτέ ίσαμε τότε ο Παντελής. Μόνο ζωγραφιστή, σε κάτι φωτογραφίες ασπρόμαυρες που έστελνε ο νονός από μυθικά μέρη, Αμβέρσα, Αμστερνταμ, και άλλα τέτοια που μπερδευόταν η γλώσσα να τα λες. Ούτε μπορούσε να φανταστεί πώς μπορούσε να πλέει πάνω στο νερό ένα τόσο μεγάλο πράγμα, όπως του περιέγραφε ο νονός του το καράβι, σαν ένα θεόρατο σπίτι εκατό και δέκα φορές σαν το σταύλο τους. Ούτε όταν έφτασε Θεσσαλονίκη είχε καιρό να πάει να ρίξει μια ματιά, γιατί ίσα και πρόλαβε το πούλμαν από το πρακτορείο του ΚΤΕΛ.

Ετσι, καμαρωτός για να κρύβει το φόβο που ταξίδευε για πρώτη φορά μακριά απ’ το χωριό του, μπήκε και κάθισε στη θέση νούμερο δεκαεννιά, πλάι σε μια κοπελίτσα. Του είχανε πει να μη μιλάει με αγνώστους, αλλά αυτή η κοπελίτσα που τον ρώτησε από πού είναι και τι σπουδάζει, δεν του φάνηκε καθόλου επικίνδυνη. Απάντησε πως δεν σπουδάζει, ότι το δημοτικό τέλειωσε και δυο τάξεις απ’ το γυμνάσιο κι ότι κατεβαίνει Πειραιά για να μπαρκάρει και ότι ποτέ του δεν είδε θάλασσα. Με αυτό το τελευταίο, η κοπελίτσα ξαφνιάστηκε πολύ περισσότερο παρά με τα προηγούμενα, τόσο πολύ που του παραχώρησε τη θέση της δίπλα στο παράθυρο. «Για να τη βλέπεις καλύτερα» του είπε.

Την είδε. Και δεν ξεκόλλαγε τα μάτια του από πάνω της. Αυτό το απέραντο γαλάζιο νερό τον μάγεψε μέσα σε μια στιγμή. Το κάλεσμά του το άκουσε με την πρώτη. Αυτή ήταν η μοίρα του, αυτή ήταν η ζωή του, η θάλασσα και τίποτ’ άλλο, μόνο η θάλασσα. Θυμάται καλά ότι είχε κολλήσει τη μούρη του στο τζάμι και σαν να του κόπηκε η μιλιά, σα να μουγκάθηκε απότομα. Σίγουρα, πρέπει να τον ρώτησε η κοπελίτσα αν του αρέσει ή κάτι τέτοιο, αλλά απάντηση δεν βγήκε απ’ το στόμα του, ίσως μονάχα κάποιο μουγκρητό. Κάθε φορά που το σκέφτεται, λέει μέσα του πως θά ‘πρεπε τουλάχιστο να την είχε ευχαριστήσει για την καλωσύνη της να του δώσει τη θέση στο τζάμι, αλλά τότε πού μυαλό να το σκεφτεί.

++++++++

698 λέξεις

οποιος θέλει συνεχίζει με το δικό του τρόπο, όποιος θέλει αρχίζει δική του ιστορία και τίτλο δεν έβαλα γιατί δεν ξέρω πώς θα εξελιχτεί.
ΣΗΜ. γράφτηκε την Πέμπτη, 1 Φεβρουαρίου 2007 στο μπλογκ «28 Days In February 2007», που δεν είχε δυστυχώς την επιτυχία της προσπάθειας του προηγούμενου χρόνου όπου γραφτήκαν σούπερ κείμενα συν μια νουβέλα μοναδική συν το βιβλίο της Βίστα.

Advertisements

Η ΔίΝΗ ΚΑΙ Ο ΛύΚΟς -01

Posted in blogging, παραξενα, αναμεταδοσεις on Απρίλιος 8, 2014 by rodia

Βρίσκομαι στη θέση του παρατηρητή συνήθως. Αυτή η θέση μου αρέσει, επειδή είναι πιο ξεκούραστη και ακονίζει το νου. Ετσι λοιπόν, στάθηκα στα ρηχά, όσο γινόταν μακριά από τη μέση του ποταμού όπου καιροφυλαχτούν οι δίνες και οι ρουφήχτρες, και παρατηρούσα πώς κυλούσαν τα γαλάζια του νερά. Στο βάθος μαύριζαν, αλλά η επιφάνεια ήταν καταγάλανη.
Εβλεπα διάφορα φυλλαράκια να τα παρασέρνει το νερό, έβλεπα βατραχάκια να κάθονται σε ξερά κλαδιά που είχαν σπάσει κι είχαν πέσει στο ποτάμι και κυλούσαν μαζί του, έβλεπα προβατάκια να βόσκουν στην απέναντι όχθη, έβλεπα και το τσοπάνη με τους πιστικούς του να κάθονται πάνω στα χορτάρια, κρυμένοι πίσω από τις φυλλωσιές.
Εκεί που όλα φαινόντουσαν ειδυλλιακά, ο ήλιος έλαμπε, τα πουλάκια κελαϊδούσαν, τα αρνάκια βελάζαν και οι κουδούνες των κριαριών καμπάνιζαν βραχνά, νάσου και πήρε το μάτι μου το λύκο να σέρνεται με τη κοιλιά και να παραμονεύει με άγριο βλέμμα. Σίγουρα σκέφτεται ποιο αρνάκι να προτιμήσει, είπα μέσα μου.
Δεν έκανα λάθος, γιατί.. ωπ! όρμησε κι άρπαξε ένα νεαρό αρνί με άσπροφουφουλιασμένη προβιά, το πάτησε χάμω, του έμπηξε τα δόντια στο λαιμό, του ρούφηξε το αίμα. Μετά, με μεγάλη προσοχή, έσκισε το δέρμα από το λαιμό ίσαμε κάτω, το ξεκόλλησε από το κρέας του ζώου, και το φόρεσε. Οπως φοράμε εμείς οι άνθρωποι τα παλτά μας το χειμώνα, έτσι το έριξε πάνω του και του ‘ρχόταν ίσα ίσα.
Mόνο η ουρά του η γκρίζα φαινόταν καθαρά από το παρατήριό μου. Οπως το λιοντάρι φαίνεται από το νύχι του, έτσι και ο λύκος από την ουρά του. Το θέμα είναι τι ακριβώς θέλει ο κυρ λύκος και μασκαρεύτηκε έτσι.
(συνεχίζεται)
_________________
ΣΗΜ. από εδώ, όπου ανέβηκε στις 2/6/2007.. εδωπέρα νομίζω πως ταιριάζει καλύτερα!

Η κρίση των γαϊδάρων

Posted in blogging, αναμεταδοσεις, επικαιρα on Οκτώβριος 29, 2011 by rodia

Μια μέρα εμφανίσθηκε σε ένα χωριό ένας άνδρας με γραβάτα. Ανέβηκε σε ένα παγκάκι και φώναξε σε όλο τον τοπικό πληθυσμό ότι θα αγόραζε όλα τα γαϊδούρια που θα του πήγαιναν, έναντι 100 ευρώ και μάλιστα μετρητά.

Οι ντόπιοι το βρήκαν λίγο περίεργο, αλλά η τιμή ήταν πολύ καλή και όσοι προχώρησαν στην πώληση γύρισαν σπίτι με το τσαντάκι γεμάτο και το χαμόγελο στα χείλη.
Συνέχεια

Το χαμογέλαστρον

Posted in blogging, παραξενα, της στιγμης, ατακα κιεπιτοπου on Μαΐου 24, 2011 by rodia

Πρόκειται για απαραίτητο εξάρτημα της εξάρτυσης των εξαρτημένων πολιτών του πλανήτη Πλάστη. Είναι ένα λάστιχο σε ανάλογο χρώμα με τα μαλλιά του φέροντος, φέρον ομοιόχρωμους γάντζους εκατέρωθεν, και φοριέται επιμελώς κρυπτόμενο υπό του όγκου της πλουσίας κόμης των φερόντων αυτό, λειτουργεί δε ως εξής: Γαντζώνει τα άκρα του στόματος και τανύζει αυτά έως τα ώτα, εξ ού και η έκφραση «χαμόγελο μέχρι τ’ αυτιά».

Πας όστις δεν φέρει την ως άνω συσκευήν της εξαρτύσεως, συλλαμβάνεται εν τω άμα και φυλακίζεται έως ότου δεχθεί -κατόπιν ισχυράς κατηχήσεως με πολλαπλούς τρόπους- να την φοράει δια βίου.

Οι αμετανόητοι εξορίζονται.

Το χαμογέλαστρον δεν αφαιρείται ούτε εις περιπτώσεις πένθους ή άλλας ζοφεράς ψυχικάς καταστάσεις, διότι δεν αναγνωρίζονται τοιαύται καταστάσεις εκ του Συντάγματος του πλανήτου. Εις τον πλανήτην Πλάστην απαγορεύεται ο κλαυθμός και ο οδυρμός, καθώς και η απλή γκρίνια.

Προσφάτως διεγνώσθει μία τάσις αποφυγής του χαμογελάν_διαρκώς από ικανόν αριθμόν πολιτών του πλανήτου και αυτό προβληματίζει την κυβέρνησιν: Εάν εξορισθούν τόσοι πολλοί, ποιους θα εξουσιάζει;
____________________________
Η ιστοριούλα γράφτηκε σαν σχόλιο στο υπέροχο ποστ του Elias, όπου και η ανεπανάληπτη φράση «Ή θα προχωρήσουμε όλοι μαζί, ως ένα βαθμό υπεύθυνος ο καθένας για την ευτυχία του άλλου, ή θα βουλιάξουμε όλοι μαζί.»

Στην Τρόικα μαλάκας και στον μετανάστη μάγκας

Posted in blogging, grfear, σατιρα, επικαιρα on Μαΐου 13, 2011 by rodia

Σοσιαλισμός ή βαρβαρότητα ήταν το ιδεολογικό δίλημμα που μας είχε θέσει προεκλογικά ο σημερινός πρωθυπουργός. Και κανείς δεν μπορεί να τον κατηγορίσει ότι μας κορόιδεψε καθώς δεν θυμάμαι να το είχε απαντήσει. Προφανώς τώρα γνωρίζουμε ποια ήταν η απάντηση.
Πατήστε το σύνδεσμο, έχει κι άλλα!

Το μαύρο αβγό (βαλσάκι)

Posted in blogging, στιχακια, σατιρα, τραγουδακια, radiobubble, video on Μαΐου 7, 2011 by rodia

Απόψε θα βγω απ’ το μαύρο αβγό
θα καρφώσω πετράδια στη μύτη,
θά ’χω ράστα μαλλιά, θα πουλάω χαλιά
μετανάστης στον Αποσπερίτη.
Συνέχεια

LinkBlog – ο ύμνος του blogger

Posted in blogging, στιχακια, σατιρα, της πλακας on Μαΐου 5, 2011 by rodia

Κάνε μου LinkBlog διπλό,
να σου κάνω τετραπλό!
Βάλε εισερχόμενο,
να σε πιάσω γκόμενο!
Link εκεί και Link εδώ,
χάνομαι μα θα βρεθώ!
Link πιο πέρα, παρακάτω,
ζόρικο και λαστιχάτο!
Εκατό LinkBlog τη μέρα,
δίνουν νόημα κι αέρα!

–>> γραμμένο στις 27 Ιουνίου 2006