Archive for the τρομαχτικα Category

Αναζήτηση αίματος

Posted in ποιηματα, σατιρα, τρομαχτικα on Νοέμβριος 30, 2012 by rodia

Τα όντα που πετούν τη νύχτα
Στο ανάλαφρο σκοτάδι τραμπαλίζονται
Βεντουζάροντας τον αέρα
Με τις αχαλίνωτες προβοσκίδες τους
Αναζητούν αίμα

Με τα μικρά τους φτερά
Εισβάλλουν σε σκοτεινά δωμάτια ύπνου
Τινάζοντας τη σκιά των αστεριών
Αναζητούν αίμα

Με το βουερό τους φτερούγισμα
Προειδοποιούν για το μοιραίο χτύπημα
Ταχύ, ακαριαίο, νικηφόρο
Προετοιμάζοντας την επόμενη
Αναζήτηση αίματος

Μα πόσο αίμα χωράει
Στα μικρά τους στομάχια;

Τα όντα που πετούν τη νύχτα
Μικροί και πολεμόχαροι εχθροί
Συχνά δηλητηριώδεις
Απομυζητές και διασπορείς μικροβίων
Κουνούπια ονομάζονται
___________
Γραμμένο στις 27/10/2012

ένα μικρό χαρούμενο γατάκι

Posted in παραμυθια, παραξενα, τρομαχτικα, επικαιρα on Σεπτεμβρίου 29, 2011 by rodia
Μια φορά, ήταν ένα μικρό χαρούμενο γατάκι, που ζούσε σε ένα μικρό χαρούμενο σπιτάκι, όπου κατοικούσε μια μικρή χαρούμενη οικογένεια. Ο μπαμπάς ήταν χαρούμενος, σφύριζε χαρούμενους σκοπούς, ξύπναγε χαρούμενος κάθε πρωί με ήλιο ή με μπόρα και πήγαινε χαρούμενος στη δουλειά του, που του άρεσε πολύ. Η μαμά ήταν κι αυτή πολύ χαρούμενη γιατί είχε μια δουλειά που της έδινε πολλή χαρά. Τα παιδιά ήταν χαρούμενα επίσης, γιατί λάτρευαν το σχολειό τους, τη δασκάλα τους και όλα τα μαθήματα τα μελετούσαν με ευχαρίστηση. Ολοι στο σπιτάκι αυτό ήταν χαρούμενοι γιατί έκαναν κάτι που τους άρεσε πολύ, αγαπούσαν τη γνώση, αγαπούσαν τη δουλειά, αγαπούσαν ο ένας τον άλλο -το κυριότερο- και περνούσαν τις μέρες τους με γέλια και χαρές και ξεφάντωσες πολλές, μέχρι που πλάκωσαν κάτι κακοί μαφιόζοι και γκρέμισαν το σπιτάκι, έστειλαν το μπαμπά στα ξένα για δουλειά, έβαλαν τη μαμά στα αζήτητα -εφεδρεία, το είπαν- και στείλαν τα παιδιά σκλάβους στα ξενοδοχεία να γυαλίζουν παπούτσια τουριστών, μια και τα σχολεία τα είχαν ήδη σφραγίσει αφού διώξαν όλους τους δασκάλους. Το γατάκι, που είχε μεγαλώσει και είχε γίνει μια πανέμορφη γάτα, το έβαλαν σε φούρνο μικροκυμάτων, γέλασαν με το μπαμ! που έκανε όταν έσκασε και «έτσι σκίζουν σήμερα τις γάτες ρε!» ακούστηκε μια αγριοφωνάρα.

«Μίλα μου για μένα»

Posted in τρομαχτικα on Δεκέμβριος 21, 2010 by rodia
Αυτό ακριβώς της είπε Εκείνος, να του μιλάει γι αυτόν, και μετά συμπλήρωσε «κι εγώ θα σου μιλάω για σένα, πόσο καλή είσαι, τί ωραία που μαγειρεύεις, πώς με τρελλαίνουν τα χάδια σου, πώς με ζαλίζει το άρωμα των μαλλιών σου, όλο τέτοια θα σου λέω, όχι για το πώς αισθάνομαι για σένα, αν είμαι ευτυχισμένος μαζί σου, αν σ’ αγαπώ και κρυάδες, και μετά πες μου κι εσύ για μένα» κι Εκείνη του είπε «σ’ αγαπώ τρελλούτσικε, ό,τι και να μου λες» κι Εκείνος άνοιξε τη μπαλκονόπορτα, βγήκε στο μπαλκόνι, ανέβασε το ενα πόδι στο κάγκελο, πέρασε και το άλλο πόδι και -παφ!- έσκασε στο πεζοδρόμιο σα μπαλόνι γεμάτο νερό, μόνο που δε γέμισε νερά ο δρόμος, αίματα γέμισε, και μια κυρία φώναζε για το καινούργιο της παλτό και ποιος θα την αποζημιώσει κι Εκείνη βγήκε στο μπαλκόνι και κοίταξε την κυρία και το παλτό και φώναξε «τί σκούζεις κυρά μου; σιγά το παλτό!» και μετά κατέβηκε κάτω και μαλλιοτραβήχτηκαν κάμποσην ώρα -πάλι αίματα και σάλια- μέχρι που έφτασε το ασθενοφόρο και τις πήρε, επειδή νόμισαν οι τραυματιοφορείς ότι για τις γυναίκες αυτές το είχαν καλέσει, και ο σκασμένος Εκείνος έμεινε λιώμα στις πλάκες και ήρθε ένας οδοκαθαριστής κι έσπρωξε τα κομμάτια στο οδόστρωμα γιατί βαριόταν, και τα διερχόμενα οχήματα πάτησαν τα κομμάτια και τα ισοπέδωσαν όπως κάνουν με τα ψόφια σκυλιά.

Συνέχεια

Το κεφάλι στον αέρα

Posted in τρομαχτικα, διηγηματα with tags on Νοέμβριος 14, 2009 by rodia
Κόντευε να τελειώσει το ταξίδι. Η ώρα ήταν κιόλας πέντε το απόγευμα. Ενα χειμωνιάτικο σούρουπο στο τρένο, λίγο μετά τη Λαμία. Το ηλικιωμένο ζευγάρι επέστρεφε απο ένα προσκύνημα στα πατρογονικά εδάφη, κάπου στα βόρεια. Είχαν φύγει νέοι απο τον τόπο τους, μορφώθηκαν, παντρεύτηκαν, έκαναν παιδιά, απόχτησαν εγγόνια, όλα στην ώρα τους. Ο Κυριάκος και η Ζωή, ένα κανονικό ζευγάρι, πότε αγαπημένο και κάποτε συγκρουόμενο. Μια μέρα, είπε εκείνος «βρε γυναίκα, θέλω να δω τα μέρη μας πριν κλείσω τα μάτια», έφτυσε εκείνη στον κόρφο της και «πάψε που ετοιμάζεσαι για τον αγύριστο» του απάντησε, αλλά το ταξίδι έγινε και ήταν πολύ πετυχημένο. Συναντήσεις με χωριανούς, μεγάλη συγκίνηση, κεράσματα στο καφενείο, όλα καταπώς πρέπει, όπως πάντα.

Εμειναν μια βδομάδα ολόκληρη στο χωριό, τριγύρισαν και στις κοντινές εξοχές, αντίκρυσαν τις κορφές των βουνών να ριγούν στο βλέμμα τους, έβρεξαν τους αστραγάλους στα νερά τα παγωμένα του χείμαρρου που είχε κιόλας ξεχειλίσει, όλα καταπώς τα φανταζόντουσαν. Ψώνισαν και λάδι και ξερά δαμάσκηνα και καλαμποκάλευρο και αλεύρι σταρένιο, καθαρό. Σκέφτονταν και συζητούσαν τι θα έφτιανε η Ζωή για τα παιδιά και τα εγγόνια τους, να δοκιμάσουν γεύσεις ξεχασμένες και αγνές.

Είχαν πιαστεί τόσες ώρες στο βαγόνι -τούκου τούκου, μονοτονία- και βγήκε ο Κυριάκος στο διάδρομο να κάνει ένα τσιγάρο και να ξανακοιτάξει τον ορίζοντα, πέρα μακριά, προς τα μέρη τους. Τα χιλιόμετρα είχαν καταβροχθίσει την απόσταση και τα βουνά του, τα δικά του βουνά, της δικής του πατρίδας, δεν τα διέκρινε πλέον. Ακούμπησε με το αριστερό του χέρι ένα κορδονάκι πάνω από το παράθυρο κι έβγαλε λίγο το κεφάλι έξω, να ξακρύνει καλύτερα.

Συνέχεια