Archive for the παραμυθια Category

ένα μικρό χαρούμενο γατάκι

Posted in παραμυθια, παραξενα, τρομαχτικα, επικαιρα on Σεπτεμβρίου 29, 2011 by rodia
Μια φορά, ήταν ένα μικρό χαρούμενο γατάκι, που ζούσε σε ένα μικρό χαρούμενο σπιτάκι, όπου κατοικούσε μια μικρή χαρούμενη οικογένεια. Ο μπαμπάς ήταν χαρούμενος, σφύριζε χαρούμενους σκοπούς, ξύπναγε χαρούμενος κάθε πρωί με ήλιο ή με μπόρα και πήγαινε χαρούμενος στη δουλειά του, που του άρεσε πολύ. Η μαμά ήταν κι αυτή πολύ χαρούμενη γιατί είχε μια δουλειά που της έδινε πολλή χαρά. Τα παιδιά ήταν χαρούμενα επίσης, γιατί λάτρευαν το σχολειό τους, τη δασκάλα τους και όλα τα μαθήματα τα μελετούσαν με ευχαρίστηση. Ολοι στο σπιτάκι αυτό ήταν χαρούμενοι γιατί έκαναν κάτι που τους άρεσε πολύ, αγαπούσαν τη γνώση, αγαπούσαν τη δουλειά, αγαπούσαν ο ένας τον άλλο -το κυριότερο- και περνούσαν τις μέρες τους με γέλια και χαρές και ξεφάντωσες πολλές, μέχρι που πλάκωσαν κάτι κακοί μαφιόζοι και γκρέμισαν το σπιτάκι, έστειλαν το μπαμπά στα ξένα για δουλειά, έβαλαν τη μαμά στα αζήτητα -εφεδρεία, το είπαν- και στείλαν τα παιδιά σκλάβους στα ξενοδοχεία να γυαλίζουν παπούτσια τουριστών, μια και τα σχολεία τα είχαν ήδη σφραγίσει αφού διώξαν όλους τους δασκάλους. Το γατάκι, που είχε μεγαλώσει και είχε γίνει μια πανέμορφη γάτα, το έβαλαν σε φούρνο μικροκυμάτων, γέλασαν με το μπαμ! που έκανε όταν έσκασε και «έτσι σκίζουν σήμερα τις γάτες ρε!» ακούστηκε μια αγριοφωνάρα.

το ποτάμι που κυλάει στον ουρανό

Posted in παραμυθια on Φεβρουαρίου 10, 2011 by rodia

Μια φορά, ήταν ένα μικρό ποτάμι. Ξεκινούσε γοργά γοργά από την πηγή ψηλά στο βουνό και κατέβαινε στην πεδιάδα χοροπηδώντας, πεντακάθαρο και βουερό. Οσο συνέχιζε να κατεβαίνει, όλο και πλάταινε, μέχρι που έγινε ένα μεγάλο ποτάμι. Τα νερά του δεν βουίζαν πια, ήταν ήρεμα και κυλούσαν αθόρυβα και απαλά. Σιγά σιγά, με τον καιρό, έφτασε κοντά σε μια πολιτεία και άρχισαν να το στεφανώνουν γεφύρια πέτρινα και γεφύρια σιδερένια. Περνούσαν άνθρωποι πάνω στα γεφύρια και πηγαίναν από τη μιαν όχθη στην άλλη περπατώντας ή καβάλα στα ζωντανά. Περνώντας ο καιρός, φανήκαν τα αυτοκίνητα και τα μηχανάκια -βρουμ βρουμ- να περνούν από πάνω του. Πολύς ο θόρυβος, το ποτάμι ζαλιζόταν, το συνεχές πέρα δώθε του χάλαγε την ησυχία. Αρχηνίσαν να κόβουν δέντρα από τις όχθες του οι άνθρωποι, να ρίχνουν σκουπίδια στο νερό του, που όλο και θόλωνε. Μερικές φορές, το ποτάμι φούσκωνε κι έδιωχνε τους παρείσακτους, αλλά όλο κι ερχόντουσαν κάτι μαστόρια και διορθώναν τα γεφύρια και ξανά μανά πάλι τα ίδια, μέχρι που το ποτάμι θύμωσε και είπε μέσα του «τι θέλω ‘γω εδώ πέρα, κοντεύω να γίνω βαλτότοπος και θέλω να παραμείνω καθαρό ποτάμι» κι έδωσε μια και ξεκόλλησε από τη γης και ανέβηκε στον ουρανό και μην το είδατε! Εκεί ψηλά, τώρα που μιλάμε, εκεί ψηλά γαργαρίζει πεντακάθαρο τραγουδώντας με τα σύννεφα, χαϊδεμένο από τις ηλιαχτίδες κι ασημωμένο από το φως του φεγγαριού.

______________________
Γραμμένο πριν απο λίγο εδώ

Η Μουλίν φοβάται τα ραμόνια

Posted in grfear, παραμυθια, σατιρα, nomanslande on Φεβρουαρίου 7, 2011 by rodia
«Να πρόσεχεις τα ραμόνια, Τεν!» φωνάζει με την τραγουδιστή σέξυ φωνή της η Μουλίν στον άντρα που ξεμακραίνει, κουνώντας του το μαντίλι.

Αυτός είναι ο συνηθισμένος της χαιρετισμός. Κάθε που φεύγει ο Τεν Μπακς για κάποια νέα μυστική αποστολή, τον αποχαιρετά με τον ίδιο τρόπο.

«Οέοοοο, αγάπη, μην ανησυχείς, θα γυρίσω!» φωνάζει ο Τεν και ορμά χοροπηδηχτά πάνω στο φτερωτό βουβάλι της Ρεντ Άι, της εθνικής εταιρείας αερομεταφορών με το μεγαλύτερο και ασφαλέστερο στόλο ιπτάμενων βουβαλιών παγκοσμίως.

Η Μουλίν, αγγίζοντας με σιγουριά τα δυο γεμάτα καναπουτσάρ που κρέμονται στερεωμένα δεξιά κι αριστερά στη ζώνη της -πρέπει να φυλάγεται κανείς τη σήμερον ημέρα- στρέφεται προς το ροζ πέτρινο σπίτι, να τελειώσει τον καφέ που άφησε μισοτελειωμένο. Πίσω από το σπίτι, ορθώνονται τα ροζ βουνά της οροσειράς των Υδρογονανθρακών, το φυσικό σύνορο της Νομανσλάνδης με την εχθρική χώρα των Απώνων. Στη χώρα αυτή, την Απωνία, την ξακουστή για τα ραμόνια της που καλλιεργούνται στα εκτροφεία του παραλιακού θερέτρου Μόδο, γίνονται οι συνηθισμένες αποστολές του Τεν. Κάνει το παν για τη σύσφιξη των σχέσων των δύο χωρών, ως μυστικός πράκτορας απευθείας εντεταλμένος του αυτοκράτορα Τσινγκ του Α΄. Οι Απωνες έχουν θετική άποψη για μια συμμαχία που θα ευνοήσει την ειρήνη μεταξύ των βουνίσιων κατοίκων της Νομανσλάνδης και των θαλασσινών Απώνων, αλλά την τελευταία λέξη θα την πουν οι λαοί -με δημοψήφισμα φυσικά.
Συνέχεια

Ενα καράβι και η μικρή του ιστορία

Posted in παραμυθια on Φεβρουαρίου 3, 2011 by rodia
Μια φορά, ήταν ένας που σκέφτηκε να φτιάξει ένα καράβι. Πήγε λοιπόν κοντά σε ένα μάστορη, σε άλλη χώρα, να μάθει την τέχνη, πώς χτίζονται τα καράβια δηλαδή. Εκατσε καμμιά δεκαριά χρονάκια κι έμαθε καλά και μετά έφυγε να γυρίσει στο μέρος του να ανοίξει δικό του ταρσανά. Βρήκε μερικούς τεχνίτες πρόθυμους για τη γνώση του καραβοχτίστη, βρήκε και μερικά τσιράκια, βρήκε και χαμάληδες για τη χαμαλοδουλειά, κι έτσι ξεκίνησε το πρώτο του καράβι, αυτό που είχε χτισμένο μέσα στο μυαλό του από παλιά. Πέρασαν μερικοί μήνες και το καράβι ρίχτηκε στη θάλασσα, κι εκεί να δείτε την αγωνία του, αν το καράβι του θα έπλεε δηλαδή. Και το καράβι, με ένα βαθύγδουπο ήχο, σαν να έσκισε με μια τσεκουριά το νερό, καβάλησε πάνω στο κύμα αφήνοντας πλατειά αυλακιά πίσω του, και η πλώρη του ανασηκώθηκε λες και την τράβηξε η γοργόνα που ήταν καρφωμένη πάνω της.

Τώρα πια, ο άνθρωπος έπρεπε κάπου να το δώκει το καράβι, να πιάσει κάναν παρά. Ανέβηκε λοιπόν στη χώρα, πήγε στον καφενέ, έπιασε λακριντί με τον καφεϊτζή «ποιος έχει και ποιος δεν έχει τάλλαρα και ποιος ζητάει καράβι να αγοράσει» κι έμαθε -ή μάλλον ήρθε και τόνε βρήκε ο πελάτης και τα συμφωνήσαν και το καράβι αλλαξοχέρισε με μια σακκουλίτσα γρόσια και παράδες. Ντιν ντιν κουδουνίζαν στη τζέπα του καραβομάστορη, που έτρεξε την άλλη μέρα κιόλας να κάνει τα λεφτά του καδρόνια και μαδέρια. Πήρε και κάνα δυο εργαλεία κι αρχίνησε ξανά τη δουλειά, να σιάξει και το δεύτερο καράβι που είχε γεννηθεί στο μεταξύ μέσα στο κεφάλι του. Αφήνουμε τώρα τον άνθρωπο αυτό να κάνει τη δουλειά του και πάμε στον άλλονα που αγόρασε το καράβι.
Συνέχεια