Archive for the διηγηματα Category

Oταν άλλαξε ο Νόμος

Posted in blogging, αναμεταδοσεις, διηγηματα on Μαρτίου 23, 2011 by rodia
Μια μέρα, ο Νόμος για τις φυλακές άλλαξε. Στοπ στα νέα κτίρια φυλακών, έγραφε ο Νέος Νόμος -Ν.Ν. για συντομία. Μετατροπή των φυλακών σε ξενοδοχεία και διαμερίσματα για τους φτωχούς, έγραφε ο Ν.Ν. Στα ισόγεια βρεφονηπιακοί σταθμοί, ανασκαφή, εμπλουτισμός χώματος και φύτεμα των προαυλίων, έγραφε ο Ν.Ν. Οι ταράτσες διαμορφωμένες σε αναψυκτήρια και θερινά σινεμά, έγραφε ο Ν.Ν.
Συνέχεια

Χριστουγεννιάτικες μέρες

Posted in αγχωδη, διηγηματα on Δεκέμβριος 25, 2010 by rodia

Μισομπρουμυτισμένος στο χαλί σκαλίζει το σωρό από χαρτάκια που κείτονται εδώ και κάτι μέρες στην άκρη του, κοντά στο πόδι του τραπεζιού, μαζεύοντας σκόνη. Πιάνει στ’ ακροδάχτυλα του αριστερού του χεριού ένα ένα τα χαρτάκια, τα σηκώνει και τα κοιτάζει προσεχτικά στο φως, αφού τινάξει απαλά τη σκόνη από πάνω τους. Μετά τ’ απιθώνει σε κάποιον απ’ τους μικρότερους σωρούς, που σχηματίζονται σιγά σιγά γύρω-γύρω, ανάλογα με το περιεχόμενό τους. Μερικά, τά βάζει σε μια γαλάζια νάϋλον σακκουλίτσα για να τα πετάξει, μάλλον αύριο, αφού τα επανεξετάσει.

Άλλα απ’ αυτά είναι παλιοί λογαριασμοί -πόσο νερό, πόσο ηλεκτρικό, πόσο τηλέφωνο, θ’ αγόραζε σπίτι αν έκανε λιγάκι οικονομία τόσα χρόνια! Αποδείξεις κρασοκατανύξεων με φίλους, αποδείξεις ειδών ρουχισμού -από πότε είχε ν’ αγοράσει ρούχα; Ούτε που θυμάται, τα χαρτάκια όμως του το θυμίζουν με τις τυπωμένες ημερομηνίες τους. Χαρτάκια με αριθμούς τηλεφώνων, πρόχειρα σημειωμένοι χωρίς ένα όνομα πάνω -πώς να θυμηθεί σε ποιόν ανήκουν; Κι άλλα χαρτάκια με κάποιο στίχο, που πάλι δε θυμάται αν τον είχε ακούσει ή διαβάσει ή αποτελούσε μια έμπνευση της στιγμής.
Συνέχεια

Το κεφάλι στον αέρα

Posted in τρομαχτικα, διηγηματα with tags on Νοέμβριος 14, 2009 by rodia
Κόντευε να τελειώσει το ταξίδι. Η ώρα ήταν κιόλας πέντε το απόγευμα. Ενα χειμωνιάτικο σούρουπο στο τρένο, λίγο μετά τη Λαμία. Το ηλικιωμένο ζευγάρι επέστρεφε απο ένα προσκύνημα στα πατρογονικά εδάφη, κάπου στα βόρεια. Είχαν φύγει νέοι απο τον τόπο τους, μορφώθηκαν, παντρεύτηκαν, έκαναν παιδιά, απόχτησαν εγγόνια, όλα στην ώρα τους. Ο Κυριάκος και η Ζωή, ένα κανονικό ζευγάρι, πότε αγαπημένο και κάποτε συγκρουόμενο. Μια μέρα, είπε εκείνος «βρε γυναίκα, θέλω να δω τα μέρη μας πριν κλείσω τα μάτια», έφτυσε εκείνη στον κόρφο της και «πάψε που ετοιμάζεσαι για τον αγύριστο» του απάντησε, αλλά το ταξίδι έγινε και ήταν πολύ πετυχημένο. Συναντήσεις με χωριανούς, μεγάλη συγκίνηση, κεράσματα στο καφενείο, όλα καταπώς πρέπει, όπως πάντα.

Εμειναν μια βδομάδα ολόκληρη στο χωριό, τριγύρισαν και στις κοντινές εξοχές, αντίκρυσαν τις κορφές των βουνών να ριγούν στο βλέμμα τους, έβρεξαν τους αστραγάλους στα νερά τα παγωμένα του χείμαρρου που είχε κιόλας ξεχειλίσει, όλα καταπώς τα φανταζόντουσαν. Ψώνισαν και λάδι και ξερά δαμάσκηνα και καλαμποκάλευρο και αλεύρι σταρένιο, καθαρό. Σκέφτονταν και συζητούσαν τι θα έφτιανε η Ζωή για τα παιδιά και τα εγγόνια τους, να δοκιμάσουν γεύσεις ξεχασμένες και αγνές.

Είχαν πιαστεί τόσες ώρες στο βαγόνι -τούκου τούκου, μονοτονία- και βγήκε ο Κυριάκος στο διάδρομο να κάνει ένα τσιγάρο και να ξανακοιτάξει τον ορίζοντα, πέρα μακριά, προς τα μέρη τους. Τα χιλιόμετρα είχαν καταβροχθίσει την απόσταση και τα βουνά του, τα δικά του βουνά, της δικής του πατρίδας, δεν τα διέκρινε πλέον. Ακούμπησε με το αριστερό του χέρι ένα κορδονάκι πάνω από το παράθυρο κι έβγαλε λίγο το κεφάλι έξω, να ξακρύνει καλύτερα.

Συνέχεια

Η πασχαλιάτικη κορδέλα

Posted in διηγηματα on Απρίλιος 9, 2007 by rodia

Κοίταζα την όμορφη κορδέλα μου να την παρασέρνει το νερό του καμπινέ και δε μ’ ένοιαζε καθόλου για δαύτην, αλλά για το σκατόπαιδο που νόμιζε πως θα με πείραζε και γι αυτό την είχε ρίξει εκεί μέσα και τράβηξε και το καζανάκι. Σφάδαζε κρατώντας την κοιλιά του απο τα γέλια και φώναζε με τη βραχνή του φωνή «όλα τα κορίτσια είναι για τα σκουπίδια!» το κολόπαιδο.

Κι όλα ετούτα τά ‘κανε επειδή είχε μπαμπά καθηγητή πανεπιστημίου και μαμά ποιήτρια «έλα να σε συστήσω στην κυρία, είναι ποιήτρια» μου είπε η θεία μου, που ήταν βοηθός του καθηγητή «ξέρετε, γράφει και το Μαρινάκι μας ποιήματα» που να άνοιγε η γη να με καταπιεί επιτόπου, ποιήτρια αυτή η καραβαμμένη καρακάξα; Με το μαλλί το παρδαλό και τα μάγουλα που φωσφώριζαν απο τις κρέμες; Πφφφ… τέτοια ποιήτρια δεν πρόκειται να γίνω ποτέ κι αν είναι έτσι οι ποιήτριες, θα πάψω να γράφω ποιήματα μη τυχόν και την πατήσω και καταντήσω στα χάλια της.

Συνέχεια