Πόλεμος και Ειρήνη

Ο βασανιστής του Πύργου έσχιζε το δέρμα της πλάτης του ιππότη λουρίδες λουρίδες και κατόπιν τις τεμάχιζε καθέτως σε μικρούτσικα κομματάκια σαν ρύζι. Ο ιππότης υπέμενε το βασανιστήριο με καρτερία, βέβαιος ότι κάποτε θα τελείωνε -το βασανιστήριο ή η ζωή του.

Ο βασανιστής του Πύργου βαρέθηκε να βασανίζει τον σιωπηλό ιππότη. Δεν έβρισκε την ανταπόκριση που επιθυμούσε, ούτε μια κραυγή, ούτε μια οιμωγή, ούτε ένα παίξιμο βλεφάρων, τίποτε που να αποδεικνύει τον πόνο του τελοσπάντων.

– Αυτό το βασανιστήριο δεν έχει γούστο! κραύγασε ο βασανιστής και απεχώρησε από το θάλαμο των βασανιστηρίων.

Μόλις έφυγε ο βασανιστής, ο ιππότης ανασηκώθηκε και σύρθηκε προς τον ξύλινο πάγκο. Πεινούσε πολύ και διψούσε σαν ξεροπήγαδο. Πήρε λίγα από τα κομματάκια του δέρματός του και, με τη βοήθεια μιας χούφτας από το ρέον αίμα του, τα κατάπιε αμάσητα μονομιάς.

Σιγά σιγά, ξαναβρήκε τις δυνάμεις του, ορθώθηκε υποβοηθούμενος από το σπαθί του, το οποίο κατάφερε να αδράξει από το τσιγγέλι όπου κρεμόταν και όρμησε ακάθεκτος εναντίον των φρουρών της εισόδου του θαλάμου. Τους θέρισε και τους τρεις. Ούτε κιχ δεν πρόλαβαν να πουν. Κατόπιν, ημίγυμνος όπως ήτο ακόμη, βγήκε στην αυλή του Πύργου, όπου ο βασανιστής του καθόταν αμέριμνος και κάπνιζε την πίπα της Ειρήνης.

Η Ειρήνη στεκόταν παράμερα και κοιτούσε τα δρώμενα, εντελώς αποχαυνωμένη. Ο ιππότης έκανε μια βαθειά υπόκλιση έμπροσθέν της, κάτι ψιλομουρμούρησε όπισθέν της και, με μια σπαθιά, απέκοψε την κεφαλή του βασανιστή και απέδωσε την πίπα στη δεσποσύνη.

– Η πίπα σας δεσποσύνη Ειρήνη, είπε με άπταιστη γαλλική προφορά.

– Ευχαριστώ ιππότα, απάντησε εκείνη συμπληρώνοντας «φέρτε τώρα την περικνημίδα σας να τοποθετήσω το οικόσημό μου».

Ο ιππότης είχε ξεχάσει τις περικνημίδες του στο θάλαμο των βασανιστηρίων, έτρεξε γρήγορα λοιπόν να τις φορέσει. Η γδαρμένη του πλάτη πονούσε αφόρητα, αυτό όμως δεν τον εμπόδισε να φορέσει την αργυρή του πανοπλία, καθώς και να λάβει την περικεφαλαία κάτωθεν της μασχάλης του.

Καθώς πλησίαζε την ωραία Ειρήνη, εκείνη άρχισε να απομακρύνεται γοργά ανεμίζοντας τα αραχνοΰφαντα πέπλα της.

– Σταθείτε, σταθείτε, ω, Ειρήνη! της φώναξε απελπισμένα. Δεν θα μου απονείμετε το παράσημό μου; Δεν το κέρδισα δίκαια;

– Ουφ! κι εσείς και τα παράσημά σας! αποκρίθηκε η ωραία.

– Και γιατί «ούφ»;

– Γιατί η πίπα είναι σπασμένη! Γι αυτό! έκανε με πείσμα.

– Και είναι δικό μου το φταίξιμο;

– Δεν με ενδιαφέρει ποιος φταίει, το αποτέλεσμα μετράει. Πηγαίνετε τώρα να πλυθείτε πριν μου απευθύνετε ξανά το λόγο.

«Πάρ’ τα μαλάκα!» είπε ο ιππότης στον εαυτό του αυτομουτζωνόμενος. Μόλις είχε μάθει τι εστί Ειρήνη. Εκανε μεταβολή και ξεκίνησε για ένα καινούργιο πόλεμο.

Ταραράμ ταραράμ ταράμ ταράμ! οι σάλπιγγες ηχούσαν στο διπλανό βασίλειο προσκαλώντας τους ανά τον πλανήτη ιππότες να ζωστούν τα σπαθιά τους…

αναπαραγωγη απο εδω: –>>
http://rodiat4.blogspot.com/2006/08/94.html

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: